
Η σεζόν έκλεισε με πικρό τρόπο για τον Παναθηναϊκό καθώς η κατάκτηση του πρωταθλήματος δεν ήρθε. Σε κάθε περίπτωση όμως ήρθε η ώρα του ταμείου για τη φετινή χρονιά και αυτή αφορά το αγωνιστικό αλλά και το εξωαγωνιστικό κομμάτι.
Στα αμιγώς αγωνιστικά οι πράσινοι μπορούν να λένε ότι έχουν πλέον μια ομάδα με γερές βάσεις, ομοιογένεια και συγκεκριμένες αρετές. Η αμυντική λειτουργία είναι εξαιρετική και αποτελεί την δύναμη της ομάδας καθώς ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς παρουσίασε ένα σύνολο που πολύ δύσκολα δέχεται γκολ. Έχουμε γράψει πολλές φορές ότι η άμυνα είναι αυτή που φέρνει τις νίκες και τους τίτλους και δεν το παίρνουμε πίσω προφανώς. Σίγουρα εχθρός του καλού είναι το καλύτερο και προφανώς χρειάζονται προσθήκες για να γίνει ο Παναθηναϊκός ακόμη πιο γρανιτένιος στα μετόπισθεν.
Από την άλλη πλευρά το μεσοεπιθετικό κομμάτι χρήζει βελτίωσης. Ο Παναθηναϊκός δεν είχε την εύκολη κάθετη πάσα και ταυτόχρονα στον δεύτερο γύρο και τα playoffs έλειψε ο κυνισμός. Είναι ξεκάθαρο πως στο μεσοεπιθετικό κομμάτι η ομάδα πρέπει να γίνει πιο μπαλαδόρικη και να βελτιώσει την ποιότητα των εκτελέσεων της. Δεν γίνεται να προηγείσαι με 1-0 και να μην “καθαρίζεις” στη συνέχεια τα παιχνίδια. Ούτε φυσικά μπορείς να βασίζεσαι αποκλειστικά στην όντως πάρα πολύ καλή άμυνα σου. Με απλά λόγια θέλουμε περισσότερη δημιουργία ποιοτικών φάσεων και ευκολότερα γκολ. Αυτό προφανώς απαιτεί ποιοτική αναβάθμιση στις θέσεις 8 και 10.
Στο κόμματι για το βάθος της ομάδας μπορούν να ειπωθούν πολλά. Το πλάνο του Ιβάν Γιοβάνοβιτς για μικρό και ευέλικτό ρόστερ δεν είναι λανθασμένο αλλά απαιτεί να λειτουργούν άψογα όλα τα γρανάζια της μηχανής. Δυστυχώς όμως οι πράσινοι δεν πήραν αυτά που θα έπρεπε από τα βαριά τους συμβόλαια (Μπερνάρ, Σπόραρ, Βέρμπιτς) και όσοι φώναζαν ότι χρειάζονταν περισσότερες μεταγραφές πέρυσι το καλοκαίρι και τον Γενάρη φαίνονται αυτή τη στιγμή δικαιωμένοι.
Όσον αφορά το εξωαγωνιστικό κομμάτι είναι προφανές ότι ο Παναθηναϊκός χτυπήθηκε ανελέητα. Βέβαια εδώ πρέπει να δώσουμε τα εύσημα στον Ιβάν Γιοβάνοβιτς και τους παίκτες του οι οποίοι παρά τα διαιτητικά όργια στα Playoffs έμεναν απόλυτα εστιασμένοι στο παιχνίδι τους και πάλευαν μέχρι τελικής πτώσεως. Ποτέ ξανά ο Παναθηναϊκός δεν ήταν τόσο focus προσπαθώντας να αγνοήσει ουσιαστικά τους διάφορους “Νταμπάνοβιτς” που έστελνε η ΕΠΟ.
Από εκεί και πέρα όμως μιλάμε για μια κατά κράτος ήττα.
Οι διαιτησίες στην κανονική διάρκεια της σεζόν ήταν αξιοπρεπείς αλλά μόλις το σύστημα αντιλήφθηκε ότι ο Παναθηναϊκός πάει καρφί για πρωτάθλημα, πήρε τα μέτρα του από την πρώτη αγωνιστική των Playoffs και στη συνέχεια ο Covid τους έδωσε το τέλειο πάτημα ώστε να πατήσουν την ομάδα στον λαιμό.
Παράλληλα η πεποίθηση του Γιάννη Αλαφούζου ότι η κυβέρνηση θα μπορέσει να καθαρίσει την “κόπρο του Αυγεία” στην ομοσπονδία απέτυχε παταγωδώς και με την επικείμενη ελληνοποίηση της διαιτησίας είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να αισιοδοξούμε. Οι κυβερνώντες του υποσχέθηκαν “κάθαρση” και στο φινάλε έκαναν απλά μια τρύπα στο νερό.
Να το πούμε απλά;
“Το πεζοδρόμιο έχει για πρωινό το Κολωνάκι”
Η διοίκηση δεν είναι διατεθειμένη να βάλει τα χέρια της στον “βούρκο”, σύστημα δικαιοσύνης σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει, η διαφθορά βαφτίζεται μαγκιά και ειλικρινά είμαστε στο έλεος του Θεού.
Η μόνη ελπίδα είναι να δημιουργήσει ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς μια ομάδα που θα νικάει τους πάντες (διαιτητές) και τα πάντα (παραρτήματα).
Συμπερασματικά η χρονιά αφήνει γλυκόπρικη γεύση. Μια σεζόν χωρίς τίτλους δεν μπορεί να θεωρείται προφανώς επιτυχημένη γιατί μιλάμε για τον Παναθηναϊκό.
Αν όμως σκεφτεί κανείς την κατάσταση της ομάδας από το 2017 και μετά και τα όσα έχουν γίνει τα τελευταία δυο χρόνια τότε μπορούμε να λέμε ότι στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι ο Παναθηναϊκός έγινε ξανά από ομάδα κομπάρσος σε απόλυτο πρωταγωνιστή και αυτό είναι κάτι που έχει τη δική του αξία.
Είναι βέβαιο πως η σεζόν 2022-2023 θα μείνει βαθιά χαραγμένη όπως η χρονιά 1999-2000 με τον αείμνηστο Γιάννη Κυράστα.
Ας ελπίσουμε ότι θα αποτελέσει τη βάση για ακόμη καλύτερες μέρες και ακόμη πιο δυνατές βραδιές.
Δυστυχώς όμως η σαπίλα και ο βούρκος του παρασκηνίου δεν μπορούν να μας αφήσουν να αισιοδοξούμε στον βαθμό που θα έπρεπε…
