Τετάρτη, 15 Ιουλίου
Shadow

Έρικ Μίκλαντ στο leoforos1908.gr : “Θα ήθελα πολύ να ήμουν ξανά 20 χρονών και να αγωνιζόμουν και πάλι για τον Παναθηναϊκό και τον κόσμο του!”

Ο πρώην ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού, Έρικ Μίκλαντ μιλάει πάντα με αγάπη και συγκίνηση για την ομάδα που σημάδεψε την καριέρα και τη ζωή του. Η μεταγραφή του το 1997 ήταν κάτι παραπάνω από ένα επαγγελματικό βήμα – ήταν η αρχή μιας σχέσης βαθιάς και ειλικρινούς με τον σύλλογο, μια σχέση που κρατάει μέχρι σήμερα. Από την πρώτη στιγμή που φόρεσε τη φανέλα με το «Τριφύλλι», ένιωσε το βάρος της ιστορίας και την ευθύνη που συνοδεύει κάθε ποδοσφαιριστή που υπερασπίζεται τα χρώματα του Παναθηναϊκού.

Τα χρόνια που αγωνίστηκε στην ομάδα ήταν γεμάτα έντονες στιγμές, νίκες και δυνατές εμπειρίες. Ένα από τα πιο ξεχωριστά παιχνίδια της καριέρας του ήταν η νίκη με 2-0 επί του Ολυμπιακού το 1999. Μια στιγμή που τον έκανε να νιώσει απόλυτα δεμένος με τον σύλλογο και τον κόσμο του. Η Παιανία έγινε το δεύτερο σπίτι του, οι συμπαίκτες του οικογένεια, και η πράσινη φανέλα κομμάτι της ψυχής του.

Παρόλο που η πορεία του τον οδήγησε εκτός Ελλάδας, η καρδιά του ανήκει πάντα στον Παναθηναϊκό.

Σήμερα, ως προπονητής της Κ17 της IK Start στη Νορβηγία, μεταφέρει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του στους νεαρούς ποδοσφαιριστές, διδάσκοντάς τους το πάθος, την αφοσίωση και τη νοοτροπία νικητή – αξίες που έμαθε και έζησε στα χρόνια του με το τριφύλλι στο στήθος. Και όπως λέει ο ίδιος, ο Παναθηναϊκός δεν είναι απλώς μια ομάδα για εκείνον, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του που θα τον ακολουθεί για πάντα.

Πώς προέκυψε η μεταγραφή σου στον Παναθηναϊκό;

«Ήταν το 1997. Είχαν έρθει να δουν τον Φράνκ Στράντλι ο οποίος ήταν σχεδόν κλεισμένος από τον Παναθηναϊκό και ήρθαν στο παιχνίδι Νορβηγία-Βραζιλία. Ο Βασίλης Βλάχος ήταν εκεί, έπαιξα καλά και είδαν και το δεύτερο παιχνίδι που παίζαμε με την Ουγγαρία. Εκεί με είδε ο Βασίλης Δανιήλ αλλά δεν είχα παίξει καλά σε εκείνο το ματς. Δεν ήταν ειλικρινής μαζί μου. Είχα φτάσει στην Αθήνα και η μεταγραφή μου είχε σχεδόν «ναυαγήσει». Κάποιος όμως μίλησε σε κάποιον και εν τέλει έγινε η μεταγραφή μου εκείνο το καλοκαίρι μαζί με τον Στράντλι. Ήταν πολύ αστείο γιατί είχα δει τον Παναθηναϊκό σε αγώνα και μου άρεσαν από τότε. Οπότε ήταν ωραίο που εν τέλει μπόρεσα να παίξω σε αυτή την ομάδα

Ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση όταν έφτασες στην Αθήνα;

«Η ατμόσφαιρα στον σύλλογο ήταν ιδανική για εμένα. Το προπονητικό κέντρο της Παιανίας ήταν το τέλειο μέρος. Ήμουν σε μια καλή ηλικία στα 27 μου. Είχα την ρουτίνα μου και ένα καλό σώμα. Οι συμπαίκτες μου με εντυπωσίασαν αμέσως. Υπήρχαν κάποιοι νέοι αλλά και παλιοί παίκτες. Ήταν ένα καλό μείγμα ποδοσφαιριστών. Επίσης θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει η Παιανία, το ξενοδοχείο και τα γήπεδα. Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά του γρασιδιού!

Θυμάσαι την πρώτη σου προπόνηση με τον Παναθηναϊκό; Ποιος παίκτης σου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση τότε;

«Ναι τη θυμάμαι. Υπήρχε παρά πολύς κόσμος. Ήταν ανοιχτή προπόνηση και παίξαμε 11 εναντίον 11.Ένας ιερέας μας ευλόγησε, πράγμα πολύ καινούργιο για έμενα καθώς δεν έχει καμία σχέση με την Νορβηγία. Όταν κοίταζα τριγύρω ένιωθα ότι όλο αυτό είναι πολύ ξεχωριστό και πάντα σε συνδυασμό με το πάθος. Ήταν τέλεια αυτή η ατμόσφαιρα αλλά ταυτόχρονα και πολύ διασκεδαστική. Όλο αυτό ήταν ένας καλός συνδυασμός.


Παρότι ήταν πολύ νωρίς να κρίνω, είχαμε πολύ καλούς συμπαίκτες! Φυσικά ο Βαζέχα με είχε εντυπωσιάσει πάρα πολύ. Ήμουνα πολύ τυχερός που έπαιξα και με τον Σαραβάκο για μισή σεζόν. Με βοήθησε να εγκλιματιστώ παίρνοντας με βόλτα με το αμάξι του στην Γλυφάδα μετά την προπόνηση.

Άλλοι παίκτες που με βοήθησαν ήταν ο Μπλένταρ Κόλα που ήξερε αγγλικά. Με πήγε σε κάποια μέρη και με πρόσεχε από τις πρώτες μέρες μου στον Παναθηναϊκό. Φυσικά μετά ήταν ο Νίκος Λυμπερόπουλος, ο Μπασινάς, ο Καραγκούνης ο Γκούμας. Τρομεροί ποδοσφαιριστές

Πώς θα περιέγραφες τη σχέση σου με τους οπαδούς του Παναθηναϊκού; Υπήρξε κάποια στιγμή που η υποστήριξή τους σε συγκίνησε ιδιαίτερα;

«Ναι φυσικά, υπήρξαν πολλές στιγμές. Το πρώτο παιχνίδι το 1997 που έπαιξα επίσημα ήταν εκτός έδρας και είχαν βεγγαλικά πίσω από το τέρμα. Ένα εξ αυτών έπεσε πάνω στο μαξιλάρι που έχουν στο άλμα εις μήκος και πήρε φωτιά. Αυτό όμως δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο. Το πάθος τους για την ομάδα και η θέληση τους να την υποστηρίζουν πάντα ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό. Όταν παίξαμε με τον Ολυμπιακό και τους κερδίσαμε 2-0 το 1999 τότε ένιωσα ότι ήταν ο 12ος παίκτης.»

Η Αθήνα και το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα διαφέρουν πολύ από τη Σκανδιναβία. Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της προσαρμογής σου;

«Το πιο δύσκολο πράγμα ήταν να παίζω πίσω από τους επιθετικούς. Ο τρόπος παιχνιδιού ήταν να είμαι συνέχεια τριγύρω. Μου άρεσε να παίζω με κοντινές πάσες ή μεγάλες μπαλιές. Αλλά το πιο δύσκολο ήταν ότι όλοι οι συμπαίκτες μου ήταν πολύ καλοί τεχνικά. Έπαιζες παντού με την μπάλα κάτω οπότε το τεχνικό κομμάτι ήταν πολύ πιο απαιτητικό σε σχέση με ότι είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Επίσης το τακτικό κομμάτι ήταν πολύ πιο εξεζητημένο στην Νορβηγία, ενώ στην Ελλάδα πιο ατομικό.»

Η εποχή σου στον Παναθηναϊκό συνέπεσε με κάποιες σπουδαίες στιγμές της ομάδας. Ποια θεωρείς την κορυφαία σου στιγμή;

«Νομίζω όλη η σεζόν του 1999-2000. Φυσικά είχαμε και πολύ καλές στιγμές το 1997 και το 1998. Μάλλον όταν προκριθήκαμε στο Champions League παίζοντας με την Στεάουα Βουκουρεστίου. Το πρώτο ματς ήρθε 2-2 και στο ΟΑΚΑ τους κερδίσαμε 6-3. Θα μπορούσαμε να πάρουμε το πρωτάθλημα αλλά και να προχωρήσουμε παραπάνω στο Champions League. Για εμένα όμως δεν είναι μια συγκεκριμένη στιγμή. Είναι ο τρόπος που ένιωθα κατά την διάρκεια της σεζόν. Πίστευα ότι θα μπορούσαμε να κερδίσουμε οποιονδήποτε και ότι παίζαμε τρομερό ποδόσφαιρο.»

Το γκολ με ψηλοκρεμαστό σουτ το θυμάσαι;

«Ναι φυσικά το θυμάμαι. Θυμάμαι και το παιχνίδι ολόκληρο καθώς είχαμε δεχτεί και κόκκινη κάρτα, κερδίζαμε 1-3 και η πάσα ήταν από τον Βαζέχα. Παίζαμε τρία σερί εκτός έδρας παιχνίδια εκείνη την περίοδο, καθώς το ΟΑΚΑ είχε κάποιο πρόβλημα. Ήταν στην Καλαμάτα το παιχνίδι.

Σε εκείνο το ματς κάναμε σχεδόν το τέλειο πρώτο ημίχρονο. Κερδίζαμε 0-3! Νομίζω 2 γκολ μπήκαν από τον Γεωργιάδη και ένα από τον Μιλόγεβιτς με πέναλτι. Μετά φάγαμε κόκκινη κάρτα καθώς το στοπερ μας έπιασε την μπάλα με το χέρι και με πέναλτι μείωσαν το σκορ.

Ξέρετε πως λειτουργούν οι διαιτητές κάποιες φορές, όποτε είχαμε φοβηθεί ότι θα χάναμε το παιχνίδι. Πήραμε την μπάλα, παίξαμε 5-6 πάσες και η μπάλα έφτασε σε μένα. Εγώ δεν είχα την αυτοπεποίθηση να σουτάρω και για αυτό έκανα εκείνο το ψηλοκρεμαστό σουτ και το συναίσθημα ήταν τέλειο λόγω του ότι με το γκολ μου “κλειδώσαμε” το τρίποντο.

Το καλύτερο ταξίδι που έχω κάνει για πίσω στην Αθήνα πήρε γύρω στις 3-4 ώρες. Κάναμε στάση φαγητό, γελούσαμε συνεχώς και περάσαμε πολύ όμορφα σε εκείνο το ταξίδι.»

Με την Ντιναμό Κιέβου την κεφαλιά;

«Φυσικά το θυμάμαι, κανείς δεν περίμενε οτι θα σκοράρω με το κεφάλι αλλά ήμουνα τυχερός που σκόραρα. Ήταν ένα πολύ δυνατό ματς και το πρώτο μου στο Champions League. Παίζαμε στο γήπεδο της ΑΕΚ λόγω ενός προβλήματος στο ΟΑΚΑ. Θα ήθελα να παίζαμε κάπου πιο οικεία (γελάει) αλλά κατά την διάρκεια των πανηγυρισμών ήταν μια τρέλα»

Ο άνθρωπος που σε έφερε στον Παναθηναϊκό, ο Βασίλης Δανιήλ, αποχώρησε μετά από ενάμιση χρόνο. Πώς επηρέασε η αποχώρησή του την ομάδα και εσένα προσωπικά; Ήταν αναμενόμενη ή σας αιφνιδίασε;

«Σαν προπονητής μπορώ να πω ότι δεν είναι εύκολο. Οι προπονητές αλλάζουν αν τα αποτελέσματα δεν είναι καλά ή o τρόπος παιχνιδιού δεν αρέσει στους οπαδούς. Σε ένα κλαμπ όπως ο Παναθηναϊκός, κανείς δεν είναι πάνω από το σύλλογο, κανείς δεν είναι πάνω από τους οπαδούς αλλά δεν το περίμενα.

Οι δύο λόγοι που δεν το περίμενα είναι ότι ποτέ δεν διάβαζα τις εφημερίδες. Το κακό με εμένα ήταν πως δεν ήξερα την ελληνική γλώσσα και το μετανιώνω αυτό γιατί θα μπορούσα να ήμουν πιο κοντά με τους συμπαίκτες μου. Θα μπορούσα να έχω μεγαλύτερο σεβασμό από την ομάδα και τη χώρα. Από την άλλη όμως ήταν και καλό αυτό γιατί παρέμενα συγκεντρωμένος στο ποδόσφαιρο. Κατά συνέπεια δεν ήξερα αν έπαιζα καλά ή όχι ή αν κάποιος έλεγε άσχημα πράγματα για εμένα ή την ομάδα.

Όποτε ο προπονητής έφυγε ξαφνικά για εμένα και δεν το κατάλαβα πριν μου πει κάποιος ότι έχουμε καινούργιο προπονητή. Ήμουνα εκεί να παίξω ποδόσφαιρο και δεν μπορούσα να σταθώ τόσο πολύ σε αυτό και απλά συνέχισα.»

Όταν ο Χουάν Ραμόν Ρότσα ανέλαβε ως υπηρεσιακός προπονητής, πώς άλλαξε η ατμόσφαιρα στα αποδυτήρια; Πιστεύεις ότι η ιστορία του στον Παναθηναϊκό επηρέασε τον τρόπο που σας καθοδηγούσε;

«Ξέρεις κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω χάρισμα από άλλους. Για το λόγο αυτό μπορούσες να νιώσεις το χάρισμα του στα αποδυτήρια και τον σεβασμό που είχαν για αυτόν.

Επίσης έμαθα ότι ήταν και παλιά προπονητής στον Παναθηναϊκό και είχε καλές σεζόν. Νομίζω ότι κερδίσαμε οχτώ παιχνίδια στη σειρά. Τα αποδυτήρια «αλλάζουν» κάθε φορά που ένας νέος προπονητής έρχεται καθώς μέσα σε αυτά υπάρχουν αρκετές διαφορετικές προσωπικότητες.

Αλλάζει και η ιεραρχία γιατί τους ποδοσφαιριστές. Κάποιοι αρέσουν περισσότερο στον καινούριο προπονητή και κάποιοι άλλοι λιγότερο αλλά δεν έχω τίποτα ιδιαίτερο που να θυμάμαι. Εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο και όποιος και να ερχόταν, προσπαθούσα να δίνω τον καλύτερο μου εαυτό»

Όταν ανέλαβε ο Γιάννης Κυράστας, πώς σας προετοίμαζε τακτικά πριν από τα μεγάλα παιχνίδια που έμειναν στην ιστορία ως «ματσάρες»; Πώς συνδύαζε πειθαρχία και ελευθερία στο παιχνίδι σου;

«Ήταν αρχηγός στον Παναθηναϊκό. Για εμένα η προσωπικότητα του ήταν πάντα ήρεμη. Κέρδιζε τον σεβασμό χωρίς να φωνάζει γιατί οι γνώσεις τακτικής του ως ποδοσφαιριστής σε συνδυασμό τις προπονητικές του ικανότητες τον έκαναν έναν πολύ καλό κόουτς και έπρεπε να τον σέβεσαι.

Αυτομάτως ο άνθρωπος που τα έχει αυτά, έχει την αύρα της ηρεμίας και της γνώσης. Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό την πρώτη σεζόν ήρθα ως παίκτης για πίσω από τον σέντερ φόρ αλλά δεν έβαζα συχνά γκόλ.

Τη δεύτερη χρονιά έπαιξα ως 6αρι μαζί με τον Αποστολάκη. Όταν έπαιζα σε αυτή την θέση είχα μπροστά τον Καραγκούνη, τον Φλίπσεν, τον Ίγκορ Σιμπνιέφσκι. Επίσης είχαμε τον Λυμπερόπουλο και τον Βαζέχα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ομάδα να είναι καταπληκτική. Ο προπονητής όταν έβλεπε ότι καταλάβαινες την τακτική του, σου έδινε και την ελευθερία να παίξεις. Κάποια από τα δυνατά μου σημεία ήταν η γνώση τακτικής και η θέση ήταν σωστή για εμένα. Ένιωθα οικεία εκεί

Ποια ήταν η σχέση σου με τον Γιάννη Κυράστα; Υπήρξε αλληλοκατανόηση ή διαφωνίες για το παιχνίδι σου;

«Δεν μπορώ να πω συγκεκριμένα. Πιστεύω ότι είναι συνδυασμός. Ο προπονητής βλέπει τους παίκτες που έχει και φτιάχνει το σύστημα ώστε να ταιριάζει σε αυτούς.

Αν προσπαθήσεις να κάνεις το αντίθετο βάζοντας το σύστημα που θες εσύ χωρίς να ταιριάζει στο υλικό σου τότε έχεις πρόβλημα.

Ο Κυράστας ήταν πολύ καλός στο να βάζει τους παίκτες στις σωστές θέσεις στο γήπεδο. Ο τρόπος παιχνιδιού του ήταν παρά πολύ καλός και έκανε τους παίκτες του να έχουν αυτοπεποίθηση. Νιώθαμε ότι έχουμε κάποιον ηγέτη που μπορούμε να εμπιστευτούμε και όλοι πήγαιναν με το μέρος του. Δεν φοβόμασταν καμία ομάδα.

Επίσης με τον τρόπο που ηγούταν την ομάδα την ώρα της προπόνησης πριν τα παιχνίδια μας έδινε δύναμη.»

Το παρατσούκλι «Κουνούπι» χαρακτηρίζει τον τρόπο που έπαιζες στο γήπεδο. Πιστεύεις ότι σε περιέγραφε σωστά; Πώς αισθανόσουν που σε αποκαλούσαν έτσι;

«Θα σας πω μια μικρή ιστορία. Με αποκαλούσαν έτσι γιατί έπαιζα σε στην ομάδα της IK Start. Παίξαμε με μια ομάδα με ψηλούς παίχτες. Εγώ δεν είμαι ψηλός αλλά έβαλα γκολ με κεφαλιά και οι εφημερίδες την επόμενη μέρα έγραφαν: «το κουνούπι έβαλε γκολ απέναντι στους ελέφαντες».

Έτσι το παρατσούκλι δεν ήταν λόγω του τρόπου παιχνιδιού μου, αλλά λόγω του ύψους μου. Σε κανέναν δεν αρέσει αυτό το είδος όποτε θα προτιμούσα να με έλεγαν κάπως αλλιώς. Ακόμα με αποκαλούν άνθρωποι έτσι στο δρόμο εκτός από την οικογένεια μου, όμως αν έχεις ένα παρατσούκλι αυτό σημαίνει πως μάλλον κάτι έκανες καλά.»

Με ποιον παίκτη του Παναθηναϊκού είχες την καλύτερη χημεία μέσα στο γήπεδο; Πώς επηρεάζατε ο ένας το παιχνίδι του άλλου;

«Δεν μπορώ να διαλέξω έναν παίκτη. Θα πω όλη την ομάδα του 1999-2000 καθώς ήταν τρομερή»

Υπάρχει κάποια ιστορία από τα αποδυτήρια ή τη ζωή στην Αθήνα που θυμάσαι ακόμα με νοσταλγία ή γέλιο;

«Θυμάμαι τις πρώτες τρείς εβδομάδες στον Παναθηναϊκό, μέναμε σε ξενοδοχείο. Προπονούμασταν καθημερινά τρείς φορές. Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη είχαμε προπόνηση τρείς φορές. Το Σαββατοκύριακο ξεκουραζόμασταν.

Τρώγαμε πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό εκεί. Η ζωή μου στο ποδόσφαιρο άλλαξε πολύ μετά από αυτές τις εβδομάδες, γιατί όταν ζεις μαζί με τους συμπαίκτες σου για τρείς εβδομάδες και προπονείσαι σκληρά έρχεσαι πιο κοντά. Τότε ένιωσα πολύ ευπρόσδεκτος.

Πήγα πολύ καλά στις προπονήσεις και έβλεπα ότι έχω κερδίσει τον σεβασμό σαν παίκτης μόλις τρείς εβδομάδες αφότου ήρθα. Ήταν μια προοικονομία για τα επόμενα τρία χρόνια εκείνο το διάστημα. Αυτό το συναίσθημα με έκανε να νιώσω σαν το σπίτι μου»

Ποιο ήταν το πιο «τρελό» περιστατικό που έζησες κατά τη διάρκεια ενός ντέρμπι; Πώς αισθανόσουν παίζοντας μπροστά σε τόσο παθιασμένους οπαδούς;

«Υπάρχουν πολλές ιστορίες για τους Έλληνες οπαδούς. Για μένα το πιο «τρελό» είναι ο τρόπος που υποστηρίζουν την ομάδα τους. «Αλλάζουν». Από τα να είναι γιατροί και μέσα από τη δουλειά τους να βοηθούν τον κόσμο, όταν κάθονται στην θέση τους στο γήπεδο, σε βρίζουν.

Η όλη ατμόσφαιρα στο ποδόσφαιρο είναι αυτό που μπορώ να σας πω. Είναι κάτι δύσκολο να περιγράψεις. Όταν έχεις φτάσει σε αυτό το επίπεδο να παίξεις στον Παναθηναϊκό πρέπει να είσαι έτοιμος πνευματικά να το αντιμετωπίσεις αυτό.

Θυμάμαι το πρώτο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό την ώρα που πηγαίναμε στο γήπεδο με το λεωφορείο. Μας έβριζαν οι οπαδοί τους και εκεί συνειδητοποίησα ότι ο αντίπαλος δεν θέλει να περάσουμε καθόλου καλά εδώ.

Στο πρώτο ντέρμπι δεν έπαιξα καλά. Ήταν αφόρητο όλο αυτό και μετά από αυτό έμαθα καλά και το συνήθισα»

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι από το πέρασμά σου στον Παναθηναϊκό, τι θα ήταν αυτό και γιατί;

«Θα άλλαζα που έφυγα (γελάει) αν και νομίζω πως ό,τι έγινε έγινε. Πήγα στην Γερμάνια μετά.

Μετανιώνω που έφυγα ή που δεν πήγα κάπου αλλού και όχι στη Γερμανία. Θα έπρεπε να μείνω περισσότερο στην Ελλάδα από όσο τελικά έμεινα. Ήξερα τη θέση μου στην ομάδα και παίζαμε το ποδόσφαιρο που ήθελα να παίζω.

Είχα εξαιρετικούς συμπαίκτες και τρομερό προπονητή. Ήμουν πολύ τυχερός. Έβλεπα την ομάδα και ένιωθα πολύ τυχερός που ήμουνα συμπαίκτης τους. Αν κοιτάξεις την μετέπειτα καριέρα τους και εκεί που πήγαν παίκτες όπως ο Καραγκούνης, ο Μπασινάς, ο Φύσσας, ο Λυμπερόπουλος, θα καταλάβεις.

Ο Μιλόγεβιτς, ο Ασάνοβιτς, ο Φλίπσεν, ο Ρενέ, ο Νικοπολίδης, ο Βαζέχα ήταν όλοι τους καταπληκτικοί. Ήμουνα πάρα πολύ τυχερός που έπαιξα με όλους αυτούς τους παίκτες μαζί.

Επίσης η ομάδα ήταν πάντα οικογένεια έξω ή μέσα στο γήπεδο. Είχαμε σεβασμό ο ένας για τον άλλον και σεβασμό στον προπονητή. Πηγαίναμε να κερδίσουμε πάντα και αυτό ήταν που το κάνει πολύ ξεχωριστό»

Ποιά είναι η καλύτερη ανάμνηση που πήρες μαζί σου από την Ελλάδα και τον Παναθηναϊκό;

«Οι πρώτες τρείς εβδομάδες μου στον σύλλογο και φυσικά κάποιες νίκες τα επόμενα χρόνια. Αλλά οι τρείς εβδομάδες για εμένα είναι χαραγμένες. Η ατμόσφαιρα και το ποδόσφαιρο που έπαιξα με έκαναν χαρούμενο και πεπεισμένο πως η οικογένεια μου θα είναι χαρούμενη για τα επόμενα τρία χρόνια εδώ»

Τι σημαίνει για σένα ο Παναθηναϊκός σήμερα; Παρακολουθείς ακόμα την πορεία της ομάδας;

«Για μένα σημαίνει πολλά ο Παναθηναϊκός. Πολλές φορές θέλω να έρθω να δω έναν αγώνα. Να δω τον Παναθηναϊκό από κοντά! Να πάρω την οικογένεια μου και να έρθω να δω ένα παιχνίδι και κάποια μέρη. Θα γίνει κάποια στιγμή όταν μεγαλώσουν.

Βλέπω τα αποτελέσματα, τον τρόπο που παίζουν και τη βαθμολογία. Τώρα έχω την ευκαιρία να δω πιο εύκολα κάποιο παιχνίδι.

Το τελευταίο ματς που είδα ήταν το καλοκαίρι που χάσαμε από τον Άγιαξ στα πέναλτι. Ήταν η πρώτη φορά που είδε μαζί μου ματς και η γυναίκα μου. Δεν ήξερε ότι είμαι τόσο τρελός, αφού πήγαινα πάνω κάτω.

Τα πιο σημαντικά χρόνια της καριέρας μου ήταν στον Παναθηναϊκό. Όταν έπαιζα εκεί καλά, έπαιζα καλά και στην εθνική γιατί η αυτοπεποίθηση μου ήταν στα ύψη.

Μου λείπουν όλοι πολύ. Εύχομαι να έρθω φέτος. Είμαστε 4 βαθμούς πίσω. Ελπίζω να το πάρει η καλύτερη ομάδα, δηλαδή ο Παναθηναϊκός!»

Πρόσφατα έφυγε από τη ζωή ο Μίμης Δομάζος. Είχες ακούσει για εκείνον όσο ήσουν στην ομάδα;

«Όταν ήρθα στον Παναθηναϊκό μου έλεγαν όλοι πως αυτός είναι ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής της ιστορίας του Παναθηναϊκού. Την άλλη μέρα είδα το παιχνίδι Άγιαξ – Παναθηναϊκός τον τελικό. Πρόσεξα πως έπαιζε και ήταν όντως τρομερός, κάτι το ξεχωριστό. Συλλυπητήρια στην οικογένεια του για τη μεγάλη αυτή απώλεια.»

Θα ήθελες να επιστρέψεις στον Παναθηναϊκό σε κάποιο πόστο στο μέλλον;

«Ναι, θα ήταν ένα όνειρο αυτό. Φυσικά και θα ήθελα, θέλω να έχει ο Παναθηναϊκός τους καλύτερους προπονητές στον κόσμο.

Δεν ξέρω αν είμαι η καλύτερη επιλογή αλλά φυσικά και θα δεχόμουν να έρθω αν με ήθελε η ομάδα»

Ποιο μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στους οπαδούς του Παναθηναϊκού που σε θυμούνται ακόμα;

«Θα ήθελα πολύ να είμαι 20 χρονών ξανά και να παίξω ξανά για εσάς και να σας ακούω να τραγουδάτε για την ομάδα.

Μπορώ ακόμη να θυμάμαι τους οπαδούς, τον Σύλλογο τα πάντα!»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *