
Το κείμενο ανήκει στον The Magician Zastro και αναρτήθηκε στο facebook:
Θάνατος ουδέν προς ημάς το γαρ διαλυθέν αναισθητεί, το δ’ αναισθητούν ουδέν προς ημάς» δίδασκε ο Επίκουρος. Ο Θάνατος δεν είναι τίποτα για μας, γιατί αυτό που διαλύεται δεν έχει αισθήσεις και ό,τι είναι χωρίς αισθήσεις δεν σημαίνει τίποτα για μας.
Ο χαμός του Γιάννη Κυράστα δεν ξύπνησε απλώς τις αισθήσεις όλων μας εκείνη την πρωταπριλιά του 2004. Πρωτίστως απασχόλησε και σημάδεψε την οικογένειά του, είναι όμως από τις πολύ σπάνιες φορές στην ιστορία του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού γενικότερα, που ένας άνθρωπος ένωσε φίλους, γνωστούς, απλούς φιλάθλους και τον καθένα που βρέθηκε στο δρόμο του.
Πέρασαν τόσα χρόνια και διαβάζεις κι ακούς ακόμα ανθρώπους να το λογίζουν σαν ψέμα.
Έτσι γίνεται με τους αυθεντικούς.
Περνάνε έστω για λίγο κι αφήνουν για πάντα το στίγμα τους, μένουν ανεξίτηλοι στο χρόνο. Αυτή είναι η μεγαλύτερη, η πιο βαριά κληρονομιά τους.
Εμμένουν οι περισσότεροι στην καριέρα του Κυράστα. Στο μοναδικό γεγονός ότι φόρεσε μονάχα δυο φανέλες στην καριέρα του: τις φανέλες των δυο αιωνίων αντιπάλων, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού.
Τίτλοι, διακρίσεις, παράσημα με την Εθνική. Αργότερα η προπονητική καριέρα, σκαλί-σκαλί, βήμα-βήμα προς την απόλυτη καταξίωση. Δεν είναι αυτά τα ζητούμενα.
Ο Κυράστας δεν έμεινε γι’ αυτά ανεξίτηλος, δεν μας λείπει επειδή δεν κάθεται σήμερα στην άκρη ενός πάγκου, επειδή δεν τον ακούμε να μιλάει για ποδόσφαιρο.
Λείπει η προσωπικότητα, το βλέμμα, εκείνο το χαμόγελο που πίσω του έκρυβε αγώνα και ήταν πάνω απ’ όλα ειλικρινές.
Η δική μου αίσθηση τόσα χρόια μετά πια, είναι ότι ο Γιάννης αποχώρησε πικραμένος από τον Παναθηναϊκός.
Αν όχι πικραμένος για να μην ερμηνεύω συναισθήματα εκ των υστέρων, χολωμένος που δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει ένα έργο το οποίο πιθανότατα θα συζητούσαμε με περισσότερη θέρμη μέχρι τις μέρες μας.
Θυμάμαι το καλοκαίρι του 2003 τον πλησίασε -σοβαρά- ο Ολυμπιακός για ενδεχόμενο συνεργασίας. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη απόδειξη παραδοχής από αυτήν τη στρατηγική κίνηση του Κόκκαλη. Δεν φίλιωσαν, δεν ήταν εφικτό να συνεργαστούν για πολλούς λόγους.
Άλλωστε εκείνο τον Ιούνιο του 2003, ο Γιάννης Κυράστας βρέθηκε πάρα πολύ κοντά στην Εθνική, ήταν έτοιμος να αναλάβει στη θέση του Ρεχάγκελ εάν δεν ερχόταν εκείνο το τρελό διπλό εναντίον της Ισπανίας με το γκολ του Στέλιου Γιαννακόπουλου.
Είναι τρομερό τι παιχνίδια παίζει η ζωή, πόσο παράλληλες θα μπορούσαν να είναι οι πραγματικότητες που βιώνουμε.
Αν δεν είχε μπει εκείνο το γκολ του Γιαννακόπουλου στη Σαραγόσα, πιθανότατα η Εθνική να μην είχε καν προκριθεί στα τελικά της Πορτογαλίας, να μην ζούσαμε ποτέ το ανεπανάληπτο έπος της κατάκτησης του Euro που έβγαλε όλη την Ελλάδα στους δρόμους.
Ο Γιάννης Κυράστας δεν το πρόλαβε.
Όπως δεν πρόλαβε τόσα πολλά και πολύ πιο σημαντικά από έναν ποδοσφαιρικό τίτλο.
Όταν η σύζυγός του τον συνόδευσε στην Ευρωκλινική με το αυτοκίνητο, γύρισε νηφάλια και τής αποκρίθηκε «Ρούλα, εγώ θα φύγω».
Κι έφυγε.
