
Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως ο φετινός Παναθηναϊκός είναι πιο θελκτικός στο μάτι σε σχέση με πέρυσι και σίγουρα με αναβαθμισμένο ρόστερ.
Στο ελληνικό πρωτάθλημα και ειδικά απέναντι στους μικρούς οι πράσινοι προσφέρουν γκολ και θέαμα χωρίς ταυτόχρονα να κινδυνεύουν ιδιαίτερα να δεχτούν κάποιο τέρμα.
Στην Ευρώπη όμως και στα ντέρμπι τα πράγματα αλλάζουν.
Αυτά άλλωστε είναι και τα παιχνίδια που δείχνουν σε ποια σημεία η ομάδα έχει προοδεύσει αλλά και που χρήζει βελτίωσης.
Αυτό που παρατηρούμε είναι πως σχεδόν σε όλα τα υψηλού επιπέδου παιχνίδια οι πράσινοι σκοράρουν μεν αλλά όχι τόσο πολύ με βάση τις ευκαιρίες που δημιουργούν. Αυτό το είδαμε και με την Ρεν και με την Μπράγκα και με τον Ολυμπιακό και με τον ΠΑΟΚ.
Τα μεγάλα ματς απαιτούν κυνισμό και αυτός για την ώρα λείπει. Τα κάνουμε όλα τέλεια μέχρι τη στιγμή που βρισκόμαστε απέναντι από το τέρμα. Αυτό χρήζει από τη μια δουλειάς και ψυχραιμίας και από την άλλη ποιοτικής ενίσχυσης το ερχόμενο καλοκαίρι (με δεδομένο ότι η παρουσία των Σπόραρ και Ιωαννίδη για διαφορετικούς λόγους δεν είναι απολύτως βέβαιη).
Παράλληλα όμως υπάρχει το ζήτημα στην άμυνα.
Οι πράσινοι στα παραπάνω ματς που αναφέραμε είχαν κατοχή μπάλας, έβγαλαν δημιουργίες, πίεζαν τον αντίπαλο αλλά πίσω δεν μπορούσαν να κρατήσουν τον μηδέν.
Η άμυνα είναι κάτι ευρύτερο και δεν μπορεί να στεκόμαστε μόνο στα στόπερ και την απουσία του Μάγκνουσον. Σίγουρα πρέπει να επιστρέψει το συντομότερο ο Πάλμερ Μπράουν που είναι ο πιο aggressive αμυντικός που διαθέτουμε αλλά αυτό δεν θα λύσει τα προβλήματα.
Το ζήτημα ξεκινάει από τα χαφ και το αμυντικό τρανζίσιον.
Με την Ρεν ο Παναθηναϊκός με Αράο, Τσέριν που είναι τα πιο ταχυδυναμικά του χαφ στις θέσεις 6 και 8. Αυτό όμως δεν απέτρεψε το να δεχτεί δυο γκολ και παράλληλα να κινδυνεύσει σημαντικά ειδικά στο πρώτο ημίχρονο.
Η γαλλική ομάδα είναι αυτή που μέχρι σήμερα στη σεζόν έχει βγάλει την μεγαλύτερη ένταση από κάθε άλλον αντίπαλο. Ε μας έδειξε πως στα χαφ μας χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη ένταση και ταχυδύναμη από τη στιγμή που επιλέγουμε να παίξουμε ποδόσφαιρο κυριαρχίας και όχι απλά να περιμένουμε τον αντίπαλο στο μισό γήπεδο.
Αράο, Τσέριν, Τζούρισιτς ή Μπερνάρ υπηρετούν αυτή τη λογική αλλά στην Ευρώπη χρειάζονται κι άλλες λύσεις.
Και εδώ ερχόμαστε στο θέμα του Τόνι Βιλένα.
Ο Ολλανδός δεν υπήρξε ποτέ του μηχανάκι αλλά δεν ήταν και ποτέ σε μια τόσο χαμηλών εντάσεων κατάσταση. Μπήκε στο 60′ και αντί να πιέσουμε περισσότερο τα χαφ της Ρεν γίναμε πιο αναιμικοί δίνοντας τους την ευκαιρία να κυκλοφορούν την μπάλα με ακόμη μεγαλύτερη σιγουριά.
Μόλις βγήκε μάλιστα και ο Τζούρισιτς το κέντρο κόπηκε εντελώς καθώς ο Φώτης ήταν τρομερά καταπονημένος και δεν μπορούσε να δώσει το κάτι παραπάνω παίζοντας άτυπα ως δεκάρι.
Γενικότερα όποιος κοιτάει μόνο το δίδυμο Γεντβάι – Σένκεφελντ βλέπει το δένδρο και όχι το δάσος.
Και το δάσος στο σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι πάντοτε τα χαφ.
Αν τα χαφ μας μπορέσουν να περιορίσουν τις γρήγορες μεταβάσεις των αντιπάλων θα φανούν και καλύτερα τα στόπερ μας. Αν αυτό δεν γίνει και ο αντίπαλος βγαίνει εύκολα στην κόντρα επίθεση τότε τα πράγματα θα ζορίζουν και μετά θα τρέχουμε.
Σε κάθε περίπτωση όμως ο Παναθηναϊκός του Γιοβάνοβιτς είναι μια ομάδα που και στην Ευρώπη προσπαθεί να κερδίζει παίζοντας ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας και ουσιαστικά μαθαίνει.
Τα φετινά ματς της Ευρώπης είναι τρομερά διδακτικά για να μπορέσει αυτή η ομάδα να βελτιωθεί και στο μέλλον να τρίβουμε τα μάτια μας με αυτά που θα ζήσουμε.
