Παρασκευή, 12 ΑυγούστουΚαλώς ήρθατε!!
Shadow

Πες μου το καλύτερο ψέμα…

17 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη φυγή του Γιάννη Κυράστα. Ήταν 1η Απριλίου του 2004 όταν ο μεγαλύτερος Έλληνας προπονητής που πέρασε από τον Παναθηναϊκό τα τελευταία 30 χρόνια, άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία μόλις 51 χρονών νικημένος από μια σπάνιας μορφής ασθένεια με υψηλή θνητότητα.

Ο ποδοσφαιριστής Κυράστας

Ο Γιάννης Κυράστας υπήρξε πολύ σπουδαίος ποδοσφαιριστής πριν γίνει αντίστοιχα ένας πολύ σπουδαίος προπονητής. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά από λαϊκή οικογένεια. Όπως έλεγε ο ίδιος, η πρώτη δουλειά που έκανε ήταν αυτή του μπογιατζή. Ξεκίνησε από τα τμήματα υποδομής του Ολυμπιακού και έκανε ντεμπούτο σε ηλικία 20 χρονών με τον αιώνιο αντίπαλο. Η θέση του ήταν αυτή του αμυντικού. Αγωνίστηκε συνολικά με τους ερυθρόλευκους σε 223 αγώνες εκ των οποίων οι 16 ήταν ευρωπαϊκοί και κατέκτησε 5 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα. Ταυτόχρονα υπήρξε και αρχηγός τους.

Το 1981 ο Γιάννης Κυράστας μαζί με τον Μάικ Γαλάκο αποκτήθηκαν από τον Παναθηναϊκό. Με το “τριφύλλι” αγωνίστηκε συνολικά σε 145 αγώνες. Οι 14 από αυτούς ήταν ευρωπαϊκοί και ανάμεσα τους ήταν και η μεγάλη πορεία του Παναθηναϊκού στις 4 καλύτερες ομάδες του κυπέλλου πρωταθλητριών το 1985. Κατέκτησε ακόμα 2 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα. Τον Νοέμβριο του 1986 αγωνίστηκε για τελευταία φορά ενάντια στον Άρη και κατόπιν αποσύρθηκε.

1984-85 Ημιτελικός Κυπέλλου Πρωταθλητριών Λίβερπουλ-Παναθηναϊκός 4-0.
Ο αρχηγός Γιάννης Κυράστας με τον αρχηγό της Λίβερπουλ Νηλ.

Ο Κυράστας στον Παναθηναϊκό αγωνίστηκε λιγότερα χρόνια σε σχέση με τους Πειραιώτες αλλά αγάπησε τον Σύλλογο και αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο του. Μια αγάπη που κρατάει ακόμη και σήμερα και κάνει τους πάντες στον Σύλλογο κάθε 1η του Απρίλη να θυμούνται μια από τις πιο εμβληματικές μορφές που πέρασαν από τις τάξεις του.

Ο προπονητής Κυράστας

Μετά το τέλος της καριέρας του ξεκίνησε να ασχολείται με την προπονητική καθώς η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν αστείρευτη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ τον εαυτό του μακριά από το γήπεδο και την μπάλα.

Το ταξίδι του στους πάγκους ξεκίνησε τη σεζόν 1987-1988 από την Εθνική Ελληνορώσων. Ακολούθησαν οι ομάδες Α.Ε. Μεσολογγίου, Προοδευτική, Εθνικός, ο Πανιώνιος, ο Πανηλειακός και ο Ηρακλής. Το μεγάλο του όνειρο όμως ήταν πάντοτε ο Παναθηναϊκός και αυτό έγινε πραγματικότητα το καλοκαίρι του 1999.

Αν το ήθελε και το επεδίωκε θα μπορούσε να είχε βρεθεί στον πράσινο πάγκο πολύ νωρίτερα. Οι σχέσεις του με τον Γιώργο Βαρδινογιάννη ήταν καρδιακές και αν επέμενε, θα του δινόταν η ευκαιρία από την οικογένεια.

Ο Κυράστας ήθελε όμως να ξεκινήσει από πολύ χαμηλά και να ανέβει σκαλοπάτι σκαλοπάτι τον κόσμο της προπονητικής. Όπως έλεγε και ο ίδιος: “αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν θα πιάσεις”. Η πορεία 12 χρόνων από την Εθνική Ελληνορώσων μέχρι τον Πανηλειακό αποτέλεσε ένα πολύ μεγάλο σχολείο για εκείνον. Νίκησε, έχασε, χάρηκε, λυπήθηκε, πειραματίστηκε, έμαθε, πολέμησε και το 1999 ήταν πλέον πανέτοιμος να αναλάβει την μεγαλύτερη ποδοσφαιρική αγάπη της ζωής του.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ

Το καλοκαίρι του 1999 ο Παναθηναϊκός βγαίνει από μια σεζόν πολύ άσχημη αλλά ταυτόχρονα και ελπιδοφόρα καθώς η σεζόν 1998-1999 ήταν η πρώτη γεμάτη επαγγλεματική χρονιά των Νικοπολίδη, Φύσσα, Καραγκούνη, Μπασινά, Λυμπερόπουλου. Όλοι πίστευαν ότι ο Παναθηναϊκός θα συνέχιζε και τη σεζόν 1999-2000 με τον Χουάν Ραμόν Ρότσα, που είχε διαδεχθεί τον Βασίλη Δανιήλ. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης αιφνιδιάζοντας τους πάντες αποφάσισε να δώσει τα κλειδιά της ομάδας στον ανερχόμενο τότε Γιάννη Κυράστα, που μόλις είχε ανεβάσει τον Πανηλειακό στην Α’ Εθνική.

Οι Κυράστας- Γιώργος Βαρδινογιάννης
στην παρουσίαση του πρώτου ως τεχνικού του Παναθηναϊκού

Πολλοί εκείνη την εποχή θεώρησαν ότι ο Παναθηναϊκός πετάει για ακόμη μια φορά λευκή πετσέτα πριν καν ξεκινήσει η σεζόν. Ήταν το καλοκαίρι που ο Ολυμπιακός έφερε τους Ζάχοβιτς, Ζιοβάννι και η ΑΕΚ τον Ντράγκαν Τσίριτς. Ο Παναθηναϊκός πατώντας πάνω στα δικά του παιδιά και με κορυφαία μεταγραφή τον Φλίπσεν φάνταζε τρίτος και καταϊδρωμένος. Βέβαια εκείνο το καλοκαίρι, την τελευταία ημέρα των μεταγραφών, ο Γιάννης Κυράστας έφερε στον Παναθηναϊκό τον μοναδικό, εκπληκτικό και ανεπανάληπτο Ρενέ Χένρικσεν.

Όταν οι δημοσιογράφοι το καλοκαίρι του 1999 ρωτούσαν τον Κυράστα σχετικά με το πρωτάθλημα, εκείνος σταθερά απαντούσε “πρώτα πρέπει να γίνουμε κανονική ομάδα και ύστερα όλα τα υπόλοιπα θα έρθουν.”. Ο κόουτς ήξερε πως τα πάντα στη ζωή έρχονται με μια συγκεκριμένη σειρά και όχι με τυχοδιωκτικά ρεσάλτα. Έτσι έκανε και στον Παναθηναϊκό. Πάτησε πάνω στο σύνολο που παρέλαβε, δούλεψε πολύ σκληρά στην προετοιμασία και με λίγα λόγια αρκετά γρήγορα έκανε τον Παναθηναϊκό μετά το 1996 για πρώτη φορά ΞΑΝΑ ΟΜΑΔΑ.

Στο γήπεδο αυτός ο Παναθηναϊκός δεν είχε ΚΑΝΕΝΑΝ αντίπαλο στην Ελλάδα και πρώτη το κατάλαβε από πολύ νωρίς η ΑΕΚ, την οποία κέρδισε με 1-2 μέσα στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Η μια νίκη διαδεχόταν την άλλη με τους πράσινους να συνδυάζουν τα τρίποντα με πολύ καλό ποδόσφαιρο και μεγάλα σκορ. Η πρώτη μεγάλη και εμβληματική νίκη που έδειξε ότι το σύνολο του Κυράστα δεν χαμπαριάζει από Σωκράτη Κόκκαλη και πολυδιαφημισμένους-κακομαθημένους αστέρες, ήταν αυτή στις 21/11/1999 κόντρα στον Ολυμπιακό με σκορ 2-0.


Τότε άπαντες αντιλήφθηκαν πως αυτή η ΟΜΑΔΑ μπορούσε να σταματηθεί μόνο με την διαιτησία και το παρασκήνιο. Έτσι σιγά σιγά ξεκίνησαν οι σφαγές με κορυφαίες αυτές με τον Ιωνικό στη Νίκαια (ισοπαλία) και την Παναχαϊκή στην Πάτρα (ήττα) με τον αχαρακτήριστο διαιτητή Νίκου. Ταυτόχρονα στο ματς του δεύτερου γύρου με τον Ολυμπιακό, η μοίρα και η τύχη στέρησαν από τον Παναθηναϊκό μια πολύ μεγάλη νίκη καθώς στο ισόπαλο 2-2 ο Παναθηναϊκός είχε δυο δοκάρια με τους Φύσσα και Βαζέχα και σωρεία ευκαιριών για να διαλύσει τον αιώνιο αντίπαλο και να φύγει μπροστά στην κούρσα του πρωταθλήματος

Στα highlights εκείνης της τρομακτικά έντονης σεζόν έμεινε για πάντα το ανεπανάληπτο standing ovation της Τούμπας προς τον Παναθηναϊκό και την ομάδα του Κυράστα. Ήταν Κυριακή της Αποκρίας όταν ο Παναθηναϊκός, κάνοντας μια μοναδική εμφάνιση, κέρδισε με 1-3 τον ΠΑΟΚ, αναγκάζοντας 30 χιλιάδες παοκτζήδες να σηκωθούν όρθιοι και να χειροκροτήσουν την καλύτερη ομάδα της Ελλάδας.

Το πρωτάθλημα χάθηκε έπειτα από όργια του Σωκράτη Κόκκαλη και το κύπελλο στα πέναλτι απέναντι στον Άρη στο Χαριλάου. Όλοι όμως ήξεραν και αναγνώριζαν πως εκείνη τη χρονιά, η ομάδα που ξεκίνησε ως το απόλυτο outsider, ήταν μακράν των υπολοίπων η καλύτερη. Στα βραβεία του ΠΣΑΠ λίγους μήνες μετά το τέλος της σεζόν η ομάδα του Παναθηναϊκού ανακηρύχτηκε ως η καλύτερη του πρωταθλήματος, ο Γιάννης Κυράστας ως ο καλύτερος προπονητής και ο Νίκος Λυμπερόπουλος ως ο κορυφαίος σκόρερ.

Όταν παρέλαβαν τα βραβεία, ο Γιάννης Κυράστας ως προπονητής του Ηρακλή γύρισε και είπε με ένα απίστευτο παράπονο την ιστορική ατάκα:

“Αφού ήμασταν οι καλύτεροι πως γίνεται να μην πήραμε το πρωτάθλημα;”

Την άνοιξη του 2000 και μετά το τέλος μιας σεζόν που άφησε γλυκόπικρη γεύση, ο κόσμος του Συλλόγου δεν ήθελε ούτε να φανταστεί την αποχώρηση του Κυράστα γιατί όλοι καταλάβαιναν πως ο Παναθηναϊκός μετά τον Ίβιτσα Όσιμ είχε ξανά στον πάγκο του έναν πολύ μεγάλο προπονητή.

Στις 12 Μαΐου του 2000 ο ίδιος ο Κυράστας ανακοίνωσε την αποχώρηση του (και όχι την απόλυση) από τον Σύλλογο. Λίγες μέρες αργότερα ο ιστορικός ρεπόρτερ Παναθηναϊκού στην εφημερίδα “Τα Νέα”, Μανώλης Σαριδάκης, μετέφερε δήλωση του Γιώργου Βαρδινογιάννη «Πιθανόν μαζί με τον προπονητή να φύγει και ο πρόεδρος. Συμβιβασμούς εγώ, δεν έκανα ποτέ».

Μετά από μερικές μέρες ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ανακοίνωσε την αποχώρηση του από την προεδρία της ΠΑΕ. Νέος μεγαλομέτοχος έγινε ο Τζίγγερ και πρόεδρος ο Άγγελος Φιλιππίδης. Προπονητής στη νέα εποχή έγινε ο Άγγελος Αναστασιάδης που άφησε τον Ηρακλή. Την αντίστροφη του Αναστασιάδη πορεία έκανε ο Γιάννης Κυράστας.

Ακόμη και σήμερα υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μυστήριο σχετικά με την αποχώρηση των Γιώργου Βαρδινογιάννη και Κυράστα. Αμφότεροι είχαν χτίσει μια ομάδα που αν ενισχυόταν θα μπορούσε να πετύχει ακόμη περισσότερα πράγματα. Όπως δήλωσε άλλωστε και ο Νίκος Λυμπερόπουλος “Αν παίζαμε επί ίσοις όροις, δεν είχαμε αντίπαλο.”

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 2001

Την σεζόν 2000-2001 ο Παναθηναϊκός έκανε το πρώτο μεγάλο του μπαμ στην Ευρώπη νικώντας την Γιουβέντους με 3-1 και περνώντας στη δεύτερη φάση του Τσάμπιονς Λίγκ. Στο πρωτάθλημα τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ευνοϊκά παρά το γεγονός πως ο Άγγελος Αναστασιάδης πάτησε πάνω στη δουλειά του Κυράστα και βημάτισε στα χνάρια του. Ο συγκρουσιακός και παλιομοδίτικος (αλλά δίκαιος) χαρακτήρας του, τον έφερε σε ρήξη με τον…. ευρωπαϊστή (και καλά) Άγγελο Φιλιππίδη. Έτσι οδηγήθηκε στην πόρτα της εξόδου. Η σεζόν βγήκε με τον Στράτο Αποστολάκη αλλά ήταν καταστροφική και δεν θύμιζε σε τίποτα το προηγούμενο καλοκαίρι του 2000.

Ο Άγγελος Φιλιππίδης (προφανώς έπειτα από την έγκριση του Τζίγγερ) ήρθε σε συμφωνία με τον Γιάννη Κυράστα για τη μεγάλη επιστροφή. Ο Κυράστας επέστρεφε με σκοπό την πάση θυσία κατάκτηση του πρωταθλήματος. Το καλοκαίρι του 2001 ο Παναθηναϊκός είχε έναν εξαιρετικό κορμό από Έλληνες παίκτες, τον Ρένε Χένρικσεν, τον Εμμάνουελ Ολιζαντέμπε, τον Πάολο Σόουζα και τον Γκόραν Βλάοβιτς. Σε αυτούς προστέθηκαν οι Μιχάλης Κωνσταντίνου, Γιαν Μικάελσεν, Γιόνας Κόλκα και από σπόντα ο Σωτήρης Κυργιάκος. Ο Παναθηναϊκός ήταν πλέον αναβαθμισμένος σε επίπεδο ρόστερ και μπορούσε κυριολεκτικά να κάνει ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

Στην πρώτη προπόνηση για τη νέα χρονιά η Λεωφόρος βούλιαξε κυριολεκτικά για να υποδεχτεί τον Γιάννη Κυράστα και το μεγάλο απόκτημα, τον Μιχάλη Κωνσταντίνου.

Στην Ευρώπη και το Τσάμπιονς Λιγκ ο Παναθηναϊκός μάγεψε και στα προκριματικά και στον όμιλο. Η πρωταθλήτρια Άρσεναλ των Βενγκέρ, Ανρί, Βιεϊρά, Πιρές, Βιλτόρ, η Σάλκε, η Μαγιόρκα και η Σλάβια Πράγας υποτάχθηκαν στον Παναθηναϊκό του Κυράστα. Μπορούμε να πούμε πως εκείνη τη σεζόν μπήκαν οι βάσεις για να κατακτήσει η Εθνική Ελλάδος το Euro του 2004. Σε αυτούς τους αγώνες ο μετέπειτα κορμός της Εθνικής έμαθε να κοιτάει στα μάτια τα θηρία της Ευρώπης και να μην νιώθει κανένα δέος και φόβο. Εκείνες οι βραδιές το φθινόπωρο του 2001 ήταν μαγικές, ονειρεμένες και μοναδικές. Ο Παναθηναϊκός τερμάτισε πρώτος τον όμιλο του με 12 βαθμούς και στο τελευταίο ματς του ομίλου πήγε απλά για τουρισμό στο νησί της Μαγιόρκα.

Το πρωτάθλημα όμως ήταν το μεγάλο μαράζι του Κυράστα. Η σεζόν ξεκίνησε μετριότατα και στις 9 Δεκεμβρίου του 2001, μετά την εντός έδρας ήττα από τον ΠΑΟΚ με 1-2, ο Γιάννης Κυράστας ανακοίνωσε την αποχώρηση του από την ομάδα. Είχε προηγηθεί για ακόμη μια φορά μια σφαγιαστική διαιτησία. Ο διαιτητής Μποροβήλος με το σκορ να είναι στο 1-1 αρνήθηκε πεντακάθαρο πέναλτι στον Μικάελσεν και στην αντεπίθεση ο Παντελής Κωνσταντινίδης έκανε με ένα τρομερό σουτ το 1-2. Αυτή ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Έλληνα τεχνικό. Ένιωθε πως ότι και να έκανε από πίσω θα υπήρχε ένα σύστημα που θα γκρέμιζε ότι εκείνος έχτιζε…. Μόνο άδικο δεν είχε δυστυχώς….

Ανακοίνωσε λοιπόν την παραίτηση του και την ανάγκη του να απομακρυνθεί από το ποδόσφαιρο. Μάλιστα ο κόουτς έλεγε περιπαικτικά “ευκαιρία να αφοσιωθώ στο ψάρεμα…”. Έτσι έκλεισε το κεφάλαιο του Γιάννη Κυράστα στον Παναθηναϊκό.

Η αρρώστια και το πικρό τέλος…

Ένα χρόνο μετά τη φυγή του από τον Παναθηναϊκό ξεκίνησαν τα προβλήματα υγείας. Έκανε συνολικά 13 χειρουργεία και όντας σε όλη του την πορεία πολεμιστής, έδωσε τη μάχη για τη ζωή μέχρι το τέλος.

Ακόμη και εκείνες τις δύσκολες ώρες του πόνου, δεν σταμάτησε πέρα από την οικογένεια του να σκέφτεται και την πολύ μεγάλη του αγάπη, τον Παναθηναϊκό….

Τη σεζόν 2003-2004 ο Γιάννης Κυράστας νοσηλευόταν σε νοσοκομείο που βρισκόταν πολύ κοντά στο γήπεδο της Λεωφόρου. Μια Κυριακή ζήτησε από τη σύζυγο του Ρούλα, να ανοίξει το παράθυρο λέγοντας της:

“ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΤΗ ΘΥΡΑ 13”

Μετά από λίγο διάστημα έφυγε από τη ζωή…

Ο Παναθηναϊκός ένα μήνα μετά την φυγή του πανηγύρισε το νταμπλ. Το νταμπλ του 2003-2004 άνηκε και σε εκείνον καθώς τα δικά του, από όσα είχαν απομείνει, παιδιά του, ήταν εκείνοι που πήραν την ομάδα στις πλάτες τους και πέτυχαν κόντρα σε Θεούς και Δαίμονες.

Η Λεωφόρος πλημμύρισε από κόσμο και με ένα στόμα και μια φωνή όλοι τότε φωνάξαμε:

“ΑΥΤΗ Η ΚΟΥΠΑ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤ’ ΑΣΤΡΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝ ΚΥΡΑΣΤΑ!!!”

Υ.Γ.1: Η οικογένεια Βαρδινογιάννη συμπεριφέρθηκε εκπληκτικά και με τρομερή αγάπη στον Γιάννη Κυράστα και την οικογένεια του. Αν αυτή την αγάπη την έδινε σε κάθε παίκτη και στην ίδια την ομάδα συνολικά (ειδικά από την εποχή Τζίγγερ και έπειτα), πολλά πράγματα θα ήταν εντελώς διαφορετικά….

Υ.Γ.2: Έζησα την προπονητική εποχή του Κυράστα στα εφηβικά μου χρόνια ως μαθητής του γυμνασίου. Γράφοντας αυτό το κείμενο, το ταξίδι σε εκείνη την εποχή με γέμισε με εικόνες χαράς, περηφάνιας, έντασης αλλά και με ένα πελώριο “ΓΙΑΤΙ;”….

Γιάννη Κυράστα εκεί ψηλά που βρίσκεσαι ελπίζω να έχεις δει την μητέρα μου….

Σίγουρα θα έχει πολλά να σου πει για τις Τρίτες και τις Τετάρτες του φθινοπώρου του 2001 που ο γιός της και ο άντρας της έβλεπαν, φώναζαν και πανηγύριζαν για εσένα και την αγαπημένη μας ομάδα…




Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: